Με χαρακτηριστική φυσιογνωμία, έντονη εκφραστικότητα και έμφυτη κωμική φλέβα, η Μήτση Κωνσταντάρα διέπρεψε τόσο στο μουσικό θέατρο όσο και στο θέατρο πρόζας, ενώ συμμετείχε σε περισσότερες από 40 κινηματογραφικές ταινίες και αρκετές τηλεοπτικές παραγωγές.
Το όνομα της συνδέθηκε στενά με τον μεγαλύτερο αδελφό της, Λάμπρο Κωνσταντάρα, με τον οποίο μοιράστηκε όχι μόνο την αγάπη για την υποκριτική, αλλά και έναν βαθύ, σχεδόν μητρικό συναισθηματικό δεσμό. Παρότι συχνά βρέθηκε στη σκιά της μεγάλης δημοτικότητάς του, η Μήτση κατάφερε να διαμορφώσει τη δική της καλλιτεχνική ταυτότητα και να αφήσει το προσωπικό της αποτύπωμα στην ιστορία του ελληνικού θεάματος.
ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΧΡΟΝΙΑ
Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1922 και ήταν το μικρότερο παιδί της οικογένειας Κωνσταντάρα, εννέα χρόνια νεότερη από τον αδελφό της Λάμπρο. Η απώλεια του πατέρα τους, όταν εκείνη ήταν ακόμη μικρή, έφερε τα δύο αδέλφια ακόμη πιο κοντά, καθώς ο Λάμπρος ανέλαβε σε μεγάλο βαθμό την προστασία και την ανατροφή της. Έτσι δημιουργήθηκε ανάμεσά τους ένας ισχυρός δεσμός, που έμελλε να τους συνοδεύσει σε ολόκληρη τη ζωή τους.
Ακολουθώντας και η ίδια τον δρόμο της υποκριτικής, φοίτησε στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, από την οποία αποφοίτησε το 1944. Έναν χρόνο αργότερα πραγματοποίησε την πρώτη της επαγγελματική εμφάνιση στη σκηνή του Εθνικού Θεάτρου, συμμετέχοντας στην παράσταση «Αρλεζιάνα».
Από το 1947 ήταν μέλος του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών, παραμένοντας ενεργή στον καλλιτεχνικό χώρο για σχεδόν τέσσερις δεκαετίες.
ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ
Η θεατρική πορεία της Μήτσης Κωνσταντάρα ξεκίνησε από το Εθνικό Θέατρο, αλλά σύντομα επεκτάθηκε στους ελεύθερους θιάσους της εποχής, όπου απέκτησε πολύτιμη εμπειρία σε διαφορετικά είδη και ρόλους.
Από το 1948 έως το 1955 εργάστηκε σε θιάσους της Αθήνας, αλλά και σε περιοδεύοντα σχήματα που παρουσίαζαν παραστάσεις στην ελληνική επαρχία και στο εξωτερικό. Το 1948 εμφανίστηκε στην Κωνσταντινούπολη με τον θίασο Δημητρίου – Σκορδούλη, ενώ την περίοδο 1948–1952 συμμετείχε στον περιοδεύοντα θίασο του Νικήτα Πλατή, με τον οποίο συνδέθηκε και προσωπικά.
Ακολούθησαν συνεργασίες με σημαντικούς θιάσους, όπως εκείνους της κυρίας Κατερίνας, της Ελένης Χατζηαργύρη, της Μιράντας Μυράτ και του Βασίλη Διαμαντόπουλου, με συμμετοχές σε αξιόλογες παραστάσεις, όπως «Πέντε Στρέμματα Παράδεισος» του Γεράσιμου Σταύρου και «Τα Δέντρα Πεθαίνουν Όρθια» του Αλεχάντρο Κασόνα.
Η σημαντικότερη περίοδος της θεατρικής της διαδρομής ξεκίνησε το 1964, όταν εντάχθηκε στον θίασο του αδελφού της, Λάμπρου Κωνσταντάρα. Η συνεργασία τους κράτησε έως το 1977 και περιλάμβανε μια σειρά από μεγάλες εμπορικές επιτυχίες, στις οποίες η Μήτση αναδείχθηκε σε εξαιρετική καρατερίστα.
Ανάμεσα στις παραστάσεις τους ήταν οι «Υπάρχει και Φιλότιμο», «Κάτι Κουρασμένα Παλληκάρια», «Ο Άνθρωπος που Γύρισε από τον Γύψο», «Μπάμπης και Μπαμπίνος», «Συννεφιασμένη Κυριακή», «Μια Κυριακή στο Γιουσουρούμ» και «Άνθρωποι και Ανθρωπάκια».
Η θεατρική τους συνύπαρξη ήταν κάτι περισσότερο από μια οικογενειακή συνεργασία. Η Μήτση γνώριζε όσο λίγοι τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούσε ο Λάμπρος στη σκηνή, τον ρυθμό, τις αντιδράσεις και τις κωμικές του παύσεις. Η μεταξύ τους οικειότητα μεταφερόταν φυσικά και στο κοινό, δημιουργώντας ένα ιδιαίτερα αγαπητό θεατρικό δίδυμο.
Το 1978 επέστρεψε στο Εθνικό Θέατρο, όπου παρέμεινε έως το 1983, συμμετέχοντας σε έργα του κλασικού και σύγχρονου ρεπερτορίου. Ανάμεσά τους ήταν ο «Αλκιβιάδης» του Νίκου Τουτουντζάκη, η «Δικαίωση» του Νίκου Ζακόπουλου, ο «Οθέλλος» και το «Τέλος Καλό, Όλα Καλά» του Σαίξπηρ, καθώς και οι «Βάτραχοι», η «Λυσιστράτη» και οι «Θεσμοφοριάζουσες» του Αριστοφάνη.
Η τελευταία της θεατρική εμφάνιση πραγματοποιήθηκε το 1983, στον «Γλάρο» του Άντον Τσέχωφ, στη σκηνή του Εθνικού Θεάτρου. Έκλεισε έτσι έναν μεγάλο θεατρικό κύκλο, επιστρέφοντας στον οργανισμό από τον οποίο είχε ξεκινήσει την καριέρα της σχεδόν σαράντα χρόνια νωρίτερα.
Ο ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ
Η Μήτση Κωνσταντάρα πραγματοποίησε την πρώτη της κινηματογραφική εμφάνιση το 1951, στην κωμωδία «Να Παιδί, Να Μάλαμα» του Πέτρου Γιαννάκου. Η συστηματική παρουσία της στη μεγάλη οθόνη αναπτύχθηκε κυρίως από τα μέσα της δεκαετίας του 1960, όταν καθιερώθηκε ως μία από τις πιο αναγνωρίσιμες καρατερίστες του ελληνικού κινηματογράφου.
Στους ρόλους που υποδύθηκε, ενσάρκωσε συχνά γυναίκες δυναμικές, αυστηρές, γκρινιάρες ή παρεμβατικές, που άλλοτε δημιουργούσαν αναστάτωση και άλλοτε αποτελούσαν το ιδανικό αντίβαρο στους πρωταγωνιστές. Οι ρόλοι της μπορεί να ήταν συνήθως δεύτεροι, όμως η παρουσία της ήταν πάντοτε αισθητή.
Στη μεγάλη οθόνη βρέθηκε πολλές φορές στο πλευρό του Λάμπρου Κωνσταντάρα, μεταφέροντας στον κινηματογράφο την ίδια οικειότητα και κωμική χημεία που χαρακτήριζε τη θεατρική τους συνεργασία.
Από τις πρώτες σημαντικές κινηματογραφικές της συμμετοχές ξεχωρίζουν οι ταινίες «Θα σε Κάνω Βασίλισσα» (1964), «Υπάρχει και Φιλότιμο» (Finos Film, 1966), «Παράνομοι Πόθοι» (Finos Film, 1966) και «Ο Παπατρέχας» (1966). Το 1967 υπήρξε μια ιδιαίτερα παραγωγική χρονιά για την ηθοποιό, καθώς εμφανίστηκε σε ταινίες όπως «Βοήθεια! Ο Βέγγος Φανερός Πράκτωρ 000», «Κάτι Κουρασμένα Παλληκάρια» (Finos Film), «Κολωνάκι, Διαγωγή Μηδέν» και «Ο Στρίγγλος που Έγινε Αρνάκι».
Μέχρι το 1973, ακολούθησαν μια σειρά από δημοφιλείς κωμωδίες, όπως «Η Νεράιδα και το Παλληκάρι» (Finos Film, 1969), «Ησαΐα Μη Χορεύεις», «Το Ανθρωπάκι» (Finos Film, 1969), «Κρίμα το Μπόι σου» (1970), «Ο Φαφλατάς» (1971), «Τι 30, Τι 40, Τι 50» και «Ο Φαντασμένος» (Finos Film, 1973).
Μέσα από τις συνεργασίες αυτές ανέδειξε την ικανότητά της να υποστηρίζει με φυσικότητα και κωμικό ρυθμό ακόμη και τους μικρότερους ρόλους, δίνοντας ξεχωριστό χρώμα στις σκηνές όπου εμφανιζόταν.
Μετά από μια περίοδο περιορισμένης κινηματογραφικής δραστηριότητας, εμφανίστηκε το 1981 στην ταινία «Ο Λαμπρούκος Μπαλαντέρ», ενώ η τελευταία της κινηματογραφική συμμετοχή ήταν το 1982 στις «Φυλακές Ανηλίκων».
Συνολικά συμμετείχε σε περισσότερες από 40 ταινίες, αφήνοντας πίσω της μια πλούσια φιλμογραφία που συνδέθηκε κυρίως με την ελληνική κωμωδία και τη χρυσή εποχή του εμπορικού κινηματογράφου.
Η ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ
Παράλληλα με το θέατρο και τον κινηματογράφο, η Μήτση Κωνσταντάρα είχε αξιοσημείωτη παρουσία και στην ελληνική τηλεόραση, συμμετέχοντας σε δέκα τηλεοπτικές σειρές.
Η πρώτη της εμφάνιση έγινε το 1972 στη σειρά «Αξιωματικός Υπηρεσίας». Ακολούθησαν τα «Επικίνδυνα Βήματα» (1973), «Ψιλικατζίδικο ο Κόσμος» (1973), «Λούνα Παρκ» (1974), «Μεθοριακός Σταθμός» (1974), «Εκείνες κι Εγώ» (1976), «Ιούλιος και Ιουλιέτα» (1980), «Η Κραυγή των Λύκων» (1981), «Αυλές και Ρετιρέ» (1982) και «Ορκιστείτε Παρακαλώ» (1983).
Το 1984 συμμετείχε σε μία από τις πιο χαρακτηριστικές τηλεοπτικές διαφημίσεις της δεκαετίας του 1980, για το εντομοκτόνο Vapona. Στο διαφημιστικό σποτ υποδυόταν τη σύζυγο του Βασίλη Κολοβού, σε μια χιουμοριστική σκηνή που έμεινε γνωστή για την ατάκα «Θα την κρεμάσω!».
Η τελευταία της εμφάνιση ως ηθοποιού πραγματοποιήθηκε το 1985, στη βιντεοταινία «Ο Ιππότης της Σφαλιάρας», λίγο πριν από τον θάνατό της.
ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΖΩΗ
Η Μήτση Κωνσταντάρα είχε κάνει έναν γάμο χωρίς να αποκτήσει παιδιά. Αργότερα στη ζωή της διατηρούσε επί σειρά ετών σχέση με τον ηθοποιό Νικήτα Πλατή, με τον οποίο είχε συνεργαστεί και επαγγελματικά στα πρώτα χρόνια της θεατρικής της πορείας.
Ο σημαντικότερος, ωστόσο, άνθρωπος της ζωής της φαίνεται πως ήταν ο αδελφός της Λάμπρος. Η σχέση τους δεν περιορίστηκε ποτέ στις κοινές επαγγελματικές τους δραστηριότητες. Υπήρξαν αχώριστοι για πολλά χρόνια, τόσο πάνω στη σκηνή και μπροστά στην κάμερα όσο και στην καθημερινότητά τους.
Η Μήτση Κωνσταντάρα ήταν ένας ιδιαίτερα καλοσυνάτος, γενναιόδωρος και δοτικός άνθρωπος. Δεν απέκτησε παιδιά, αλλά είχε μεγάλη αδυναμία στα ανίψια της. Αγαπούσε το πλέξιμο και φρόντιζε τις τέσσερις αγαπημένες της γάτες.
ΘΑΝΑΤΟΣ
Ο θάνατος του αδελφού της, Λάμπρου, τον Ιούνιο του 1985, την συγκλόνισε βαθιά και σύμφωνα με μαρτυρίες και δημοσιεύματα της εποχής, βυθίστηκε σε έντονη θλίψη, από την οποία δεν κατάφερε να συνέλθει.
Λιγότερο από έξι μήνες αργότερα, στις 22 Δεκεμβρίου 1985, η Μήτση Κωνσταντάρα έφυγε και εκείνη από τη ζωή, σε ηλικία μόλις 63 ετών, έπειτα από καρδιακό επεισόδιο και κηδεύτηκε στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών σε οικογενειακό τάφο.
Ταινίες με την FF




