Γοητευτική, εκφραστική, και άκρως μαχητική σε κάθε στάδιο της ζωής της, η Ζωή Φυτούση υπήρξε μια σπουδαία τραγουδίστρια, ηθοποιός και συγγραφέας. Με την ιδιαίτερη φωνή, την έντονη προσωπικότητα και το πολυσχιδές ταλέντο της, άφησε το δικό της ξεχωριστό αποτύπωμα στο ελληνικό θέατρο, τον κινηματογράφο και το τραγούδι.
ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΧΡΟΝΙΑ
Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1933 με καταγωγή από το χωριό Πιτυός της Χίου. Ο πατέρας της, Πολυχρόνης Φυτούσης, μετακόμισε στην Αθήνα τη δεκαετία του ’20. Με την σύζυγο του, Αγγελική, απέκτησαν 4 παιδιά, όμως δυσκολεύτηκαν πολύ να τα μεγαλώσουν μέσα σε προσφυγικές παράγκες στο Περιστέρι. Όπως είχε δηλώσει η ίδια η Ζωή Φυτούση σε συνέντευξη της: “Η ζωή μου ήταν ένας αγώνας, παιδί προσφύγων, με το κρύο και την υγρασία να μας τρυπάνε τα κόκαλα κάθε χειμώνα. Περάσαμε δύσκολα χρόνια, αλλά δεν πειράζει, έτσι είναι η ζωή. Μάθαμε να παλεύουμε.”
Η γραφή έγινε για τη Ζωή μέσο διαφυγής από τις κακουχίες και μόλις ολοκλήρωσε το σχολείο, κατάφερε να σπουδάσει στη Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών, όπου μαθήτευσε κοντά στον Μιχάλη Κουνελάκη.
ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ & Ο ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ
Η πρώτη της εμφάνιση στο θεατρικό σανίδι ήταν σε ηλικία 20 ετών το 1953, με το έργο «Η μαρκησία της φτωχογειτονιάς», στο Θέατρο Σαμαρτζή. Έπαιξε σε όλα τα είδη από τραγωδία μέχρι επιθεώρηση και συνεργάστηκε με τους σημαντικότερους Έλληνες σκηνοθέτες και ηθοποιούς.
Στον κινηματογράφο πρωτοεμφανίστηκε το 1952 στην ταινία του Φίλιππα Φυλακτού «Ζαΐρα». Ακολούθησαν ακόμα πέντε κινηματογραφικές συμμετοχές μέχρι τη συνεργασία της με την Φίνος Φιλμ, με ένα μικρό ρόλο στην ταινία «Λατέρνα, Φτώχεια και Γαρύφαλλο» (1957). Στη συνέχεια, εμφανίστηκε σε άλλες τρεις παραγωγές της εταιρείας με το “Ταξίδι” να ξεχωρίζει, καθώς συμμετείχε και ως τραγουδίστρια ερμηνεύοντας τραγούδια του Σταύρου Ξαρχάκου. Συνολικά συμμετείχε σε περίπου 25 ταινίες της χρυσής εποχής του εμπορικού κινηματογράφου, ενώ έκανε αισθητή την παρουσία της στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση.
ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ
Η χαρακτηριστική, ζεστή χροιά της φωνής της και η θεατρικότητα της ερμηνείας της την κατέστησαν μία από τις πιο ξεχωριστές παρουσίες του ελληνικού τραγουδιού της δεκαετίας του ’60, με τραγούδια που παραμένουν αγαπημένα μέχρι σήμερα.
Ερμήνευσε τραγούδια σπουδαίων συνθετών, όπως του Μάνου Χατζιδάκι («Ο ταχυδρόμος πέθανε», «Φέρτε μου ένα μαντολίνο»), του Σταύρου Ξαρχάκου («Τα δάκρυά μου είναι καυτά», «Για χατίρι σου»), του Γιώργου Κατσαρού («Χαμογέλασε, πατέρα», «Έλα-Έλα»), του Απόστολου Καλδάρα («Η κοσμοναύτισσα») και του Μάνου Λοΐζου («Το Σαββατόβραδο»).
H μεγαλύτερη δισκογραφική και θεατρική επιτυχία της υπήρξε το «Φέρτε μου ένα μαντολίνο» του Μάνου Χατζιδάκι, που ερμήνευσε για πρώτη φορά στην ιστορική παράσταση του «Απόψε αυτοσχεδιάζουμε» του Πιραντέλο, το 1961, στο «Θέατρο Αθηνών», από τον θίασο Δημήτρη Μυράτ και Βούλας Ζουμπουλάκη. Υπάρχει η παρακάτω μαρτυρία της Ζωής για την εμπειρία που έζησε:
«…. διάβασα μια μέρα πως ο Μυράτ ανέβαζε το «Απόψε αυτοσχεδιάζουμε» του Πιραντέλο στο Θέατρο Αθηνών και πως ο σκηνοθέτης μάλωνε με τον συνθέτη, διότι ο ένας ήθελε τη δραματική ηθοποιό και ο άλλος τη λυρική φωνή. Σκέφτηκα μήπως τους έκανα εγώ. Τον Μυράτ τον είχα καθηγητή, επομένως του τηλεφώνησα αμέσως. Μου είπε να πάω να συναντήσω τον Χατζιδάκι στα στούντιο της Finos, στη Χίου, όπου έκανε οντισιόν, αλλά αυτό δεν γινόταν, μια και τότε εργαζόμουν στο θέατρο Βέμπο.
Τελικά, ο Μυράτ μου έκλεισε ραντεβού στο σπίτι του Χατζιδάκι, δύο το μεσημέρι! Πόσες φορές πήγα; Τέσσερις! Ο Χατζιδάκις δεν έλεγε να εμφανιστεί, κοιμόταν εκείνη την ώρα. Όταν όμως εμφανίστηκε την τέταρτη φορά, κόντεψα να λιποθυμήσω! Μου φάνηκε πιο ψηλός, πιο παχύς, πιο ωραίος, άντε τώρα εγώ να τραγουδήσω μπροστά του. Τον ρώτησα ποιο τραγούδι ήθελε να πω και για να μην πέσω στη σύγκριση με τη Μούσχουρη, πρότεινα ένα λαϊκό ελληνικό κι ένα ξένο. «Προτιμώ ένα ξένο» μου απάντησε, κι έτσι είπα ένα ιταλικό σουξέ της εποχής που έσκιζε στην Ελλάδα.
«Μη χειρότερα!» αναφώνησε ο Μάνος, κάθισε στο πιάνο και βρήκε τον τόνο μου. Αμέσως τηλεφώνησε στις εφημερίδες: «Βρήκα μια υγρή, ζεστή φωνή»! Την επόμενη μέρα πήγα στην πρόβα!»
Η ΣΥΓΓΡΑΦΗ
Παράλληλα, ανέπτυξε σημαντική συγγραφική δραστηριότητα ήδη από τα νεανικά της χρόνια. Εξέδωσε τα βιβλία: «Το μαγικό βιβλίο», «Παρ’ εκτός», «Τάφος εδώ δεν είναι», «Μια σφαίρα», «Βοήθεια, θέλω να ζήσω», «Βιβλίο Σπουδαστών, Ελληνική Αγωγή», «Σύγχρονοι ποιητές, Έλληνες και Ιταλοί». Το ποίημά της «Κανείς, μα κανείς» βραβεύτηκε και περιελήφθη σε ιταλική ανθολογία ελληνοϊταλικής ποίησης («Anthologia di poeti Italiani e Greci», Academia Internationale di Propaganda Culturale, 1996). Το 2008, από τις εκδόσεις «Ερωδιός», εκδόθηκε το βιβλίο της «Μένανδρος: Γνώμαι Μονόστιχοι», σε έμμετρη απόδοση, από την ίδια.
ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΖΩΗ
Υπήρξε ενεργή συνδικαλίστρια στο Σωματείο Ελλήνων Ηθοποιών (Σ.Ε.Η.) και πρωτοστάτησε μαζί με την Άννα Φόνσου και άλλους ηθοποιούς στη δημιουργία του «Σπιτιού του Ηθοποιού», του χώρου που μέχρι σήμερα έχει προσφέρει φιλοξενία και στήριξη σε πολλούς συνταξιούχους άπορους και άστεγους ηθοποιούς.
ΘΑΝΑΤΟΣ
Η Ζωή Φυτούση πέθανε στην Αθήνα στις 23 Ιουλίου 2017, σε ηλικία 83 ετών.
Ταινίες με την FF






